Η διαπόμπευση του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας ξεπέρασε κάθε προηγούμενο περιστατικό βίας στα ΑΕΙ και προκάλεσε δίκαια την αντίδραση του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας. Η πράξη ήταν από κάθε άποψη βάρβαρη και αποτρόπαιη χωρίς αστερίσκους και όσο και αν είναι μεμονωμένη και ακραία οφείλει να μας προβληματίσει όλες και όλες και για την ασφάλεια του ακαδημαϊκού προσωπικού και τη διαφύλαξη της περιουσίας των ιδρυμάτων και για την αυξανόμενη επιρροή μιας κουλτούρας βίας και εξευτελισμού στα δημόσια πράγματα της χώρας

Το θέμα είναι πολύ σοβαρό και δεν του αξίζει να προσφερθεί για κομματική εκμετάλλευση. Η κυβέρνηση ωστόσο επιχειρεί να το εργαλειοποιήσει και να το εκμεταλλευθεί πολιτικά για να στηρίξει καταρχήν τη θεωρία των δυο άκρων. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Οι ακραίες δηλώσεις για αριστερό φασισμό από τη πλευρά του πρωθυπουργού και κυβερνητικών αξιωματούχων είναι χαρακτηριστικές μιας εκμετάλλευσης βαθιά διχαστικής για τους Έλληνες πολίτες. Η χώρα δεν έχει καλά-καλά κλείσει το κεφάλαιο της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής και ξεπρόβαλε μπροστά της ο λεγόμενος φασισμός με αριστερό πρόσημο. Υπάρχει όμως και η μικρότερη εικόνα που αφορά στα ΑΕΙ και την πολιτική βούληση της αστυνόμευσής τους για να ικανοποιηθεί ένα συγκεκριμένο ακροατήριο που έχει διαμορφωθεί και από τη δεξιά ρητορική αλλά και από την ύπαρξη φαινομένων βίας στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η κυβέρνηση αμέσως μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας προχώρησε με επιτυχία και τη συναίνεση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου που ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό καταργημένο από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ακριβώς για να μπορούν τα πανεπιστήμια να αντιμετωπίσουν φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας μέσα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Εκτός όμως από την επικοινωνιακού χαρακτήρα επιτυχία της , απέτυχε, όπως αποδείχθηκε, να εγγυηθεί και την ασφάλεια των ιδρυμάτων και των μελών τους και την ακαδημαϊκή ειρήνη.

Ο πρωθυπουργός ως άλλος Μωυσής κάλεσε τους πρυτάνεις σε σύσκεψη για να συζητήσουν τα μέτρα που ήδη είχε δημοσιοποιήσει: την αυστηροποίηση του υπάρχοντος ποινικού νομοθετικού πλαισίου, την ελεγχόμενη είσοδο -που η υπουργός της παιδείας είχε εξαγγείλει ήδη από τον Ιούλιο του 2019- και τη δημιουργία ειδικού σώματος αστυνόμευσης των ιδρυμάτων . Οι πρυτάνεις προς τιμήν τους και ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις υπενθύμισαν στον πρωθυπουργό ότι τα ΑΕΙ είναι αυτοδιοίκητα, ότι το κάθε ίδρυμα είναι ξεχωριστή περίπτωση και ότι το υπαρκτό πρόβλημα της φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων πρέπει να είναι στην αρμοδιότητα των πρυτανικών αρχών και της συγκλήτου του κάθε ιδρύματος που γνωρίζουν το χώρο και τις ανάγκες φύλαξής του. Θεώρησαν ότι το υπάρχον ποινικό πλαίσιο είναι επαρκές και ότι η ελεγχόμενη είσοδος οφείλει να ισχύει για εξαιρετικά ευαίσθητες υποδομές ή χώρους διοίκησης. Είναι εξάλλου παραπληροφόρηση ότι η ελεγχόμενη είσοδος είναι ο γενικός κανόνας για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της αλλοδαπής. Ισχύει κατά περίπτωση, συνήθως για τις βιβλιοθήκες ή τα εργαστήρια. Και άλλο reception και άλλο security.

Τί δέον γενέσθαι τώρα; Πώς πρέπει να απαντήσει η δημοκρατική κοινωνία στην εικόνα της διαπόμπευσης του πρύτανη του ΟΠΑ; Πώς οφείλουν να αντιδράσουν τα πανεπιστήμια για την προάσπιση της ακαδημαϊκής αξιοπρέπειας και ελευθερίας; Θα πρέπει να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να αναλάβουν την επίλυσή του με όρους ακαδημαϊκούς. Δεν είναι εύκολο, είναι σύνθετο. Και οι λύσεις οφείλουν να είναι ανάλογες.

Μαρία Ρεπούση
Καθηγήτρια ιστορίας και ιστορικής Εκπαίδευσης ΑΠΘ

 

ΤΑ ΝΕΑ, 07.11.20