Πολλά χρόνια τώρα γνωρίζουμε ότι χρειάζεται μια ριζική αναδιάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Μια από τις παθογένειές τους είναι ο πολλαπλασιασμός και η διασπορά τους ανεξάρτητα από επιστημονικά και αναπτυξιακά κριτήρια. Τα πανεπιστήμια και τα τεχνολογικά ιδρύματα εξαπλώθηκαν ανά την ελληνική επικράτεια ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τα γνωστά στη χώρα μας πελατειακά μονοπάτια όσα  ακολούθησαν πολλοί συλλογικοί οδοιπόροι κι συνοδοιπόροι. Την κύρια ευθύνη την είχε η κομματοκρατούμενη ελληνική πολιτεία. Τα τμήματα των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, νυν ΑΤΕΙ, φύτρωναν στις έδρες ισχυρών κυβερνητικών παραγόντων, υπουργών και βουλευτών ανεβάζοντας τις τιμές της τοπικής ιδιοκτησίας και ενισχύοντας γενικά τις τοπικές αγορές. Αυτό μεταφραζόταν σε ψήφους. Σε κάποιες περιπτώσεις τα νέα τμήματα έλυναν και ζητήματα ενδοπανεπιστημιακών διενέξεων και ανταγωνισμών. Χωρίζονταν οι ιδιοκτησίες και μόνιαζαν οι ιδιοκτήτες τους. Ακόμα και όταν τις ιδιοκτησίες αυτές χώριζαν ελάχιστα μέτρα.

Σε μια μικρή χώρα δημιουργήθηκαν έτσι 40 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, 23 πανεπιστήμια και 17 ανώτατα τεχνολογικά ιδρύματα χωρίς να προσμετράμε σ’ αυτά τις στρατιωτικές σχολές. Ανάλογα και τα τμήματα αυτών των ΑΕΙ, 499 τμήματα εκ των οποίων 286 σε πανεπιστήμια και 213 σε τεχνολογικά ιδρύματα. Από τα 17 ΤΕΙ, τα 16 είναι διασκορπισμένα σε 43 πόλεις και 19 από αυτά διαθέτουν ένα μόνο τμήμα. Αντίστοιχα τα περιφερειακά πανεπιστήμια είναι και αυτά διασκορπισμένα σε περισσότερες από μια πόλεις με πιο ακραία παραδείγματα το πανεπιστήμιο Αιγαίου που λειτουργεί σε 6 νησιά και το πανεπιστήμιο Πελοποννήσου σε 5 πόλεις. Η διασπορά προσθέτει ανυπολόγιστο κόστος. Το κυριότερο δεν είναι ίσως οικονομικό αλλά ακαδημαϊκό. Τμήματα απομονωμένα μεταξύ τους, χωρίς βιβλιοθήκες, στερημένα πανεπιστημιακών κοινών χώρων, συχνά στεγασμένα σε ακατάλληλα κτήρια, φαντάζουν συνοικιακά  φροντιστήρια. 

Ο πελατειακού χαρακτήρα πολλαπλασιασμός των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η διασπορά τους συνδυάστηκε με τη δημιουργία τμημάτων πρωτόγνωρων επιστημονικών αντικειμένων που μόνον στη χώρα μας επρόκειτο να θεραπευθούν. Θα αποφύγω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα για λόγους που είναι νομίζω ευνόητοι. Δεν έχει κανείς παρά να αναζητήσει πολλά από τα ημέτερα «επιστημονικά» αντικείμενα στα προγράμματα σπουδών άλλων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Και δεν εννοώ φυσικά τα αντικείμενα που η ελληνική οικονομία χρειάζεται ν’ αναπτύξει λόγω των δικών της φυσικών ή άλλων ιδιαιτεροτήτων. Αναφέρομαι σε όσα επινοήθηκαν για να δικαιολογήσουν τη γένεσή τους σε σχέση με υπάρχοντα τμήματα ή για να στεγάσουν διδάσκοντες και διδάσκουσες με αντιφατικά μεταξύ τους διδακτικά αντικείμενα.

Η κατάσταση αυτή μαζί με άλλες παθογένειες του συστήματος λειτουργεί πλέον σαν ταφόπετρα πάνω στα ελληνικά ΑΕΙ που παρά τις δυσκολίες επιμένουν να παράγουν έργο. Κατεβάζει το μέσο όρο τους, τα κρατάει αιχμάλωτα, δυσκολεύει τις συνεργασίες και τις συνέργειές τους, τα εμποδίζει να δημιουργήσουν νέα τμήματα που ανταποκρίνονται σε σύγχρονες επιστημολογικές και αναπτυξιακές αναγκαιότητες, τα στερεί από την δέουσα ανανέωσή τους, τα αναγκάζει να μοιράζονται και την πενιχρή κρατική χρηματοδότηση. Αυτά τα πανεπιστήμια, οι σχολές και τα τμήματα έχουν πολύ σοβαρούς λόγους αλλά και γνώσεις για να πρωταγωνιστήσουν στις αλλαγές. Αν αδρανήσουν κάποιος άλλος θα το κάνει γι’ αυτά. Και θα το κάνει ενδεχομένως όχι με όρους αναπτυξιακούς αλλά με όρους συρρίκνωσης, όχι με όρους επιστημονικούς αλλά πελατειακούς. Έτσι δυστυχώς λειτουργεί ακόμα το σύστημα ανεξάρτητα από διακηρύξεις και προθέσεις.