04/01/2015

Σύντροφοι και συντρόφισσες, φίλοι και φίλες

Βρισκόμαστε σήμερα στην τελική ευθεία μιας πορείας που ξεκίνησε με ελπίδα και χαμόγελα το καλοκαίρι του 2012 με τις διπλές εκλογές και τη Δημοκρατική Αριστερά να καταγράφει ένα σημαντικό  ποσοστό, ένα ποσοστό που επιβράβευε το εγχείρημα της δημιουργίας της και της επέτρεπε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στα πράγματα σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για τη χώρα. 

Ακριβώς επειδή βρισκόμαστε στην τελική ευθεία οφείλουμε να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας όσο πικρή κι αν είναι. Λυπάμαι αν θα γίνω δυσάρεστη αλλά αισθάνομαι ότι πρέπει. Ξέρω ότι δεν θα εισπράξω χειροκρότημα αλλά θα το αψηφήσω. Οφείλουμε επίσης να διαφυλάξουμε τον πολιτικό μας πολιτισμό ακούγοντας ο ένας τον άλλο, και σεβόμενοι ο ένας την άποψη του άλλου. Ας την ακούσουμε πολιτικά και όχι αποδίδοντάς της προσωπικά κίνητρα. Εξάλλου εμείς βρεθήκαμε στη ΔΗΜΑΡ όταν δεν ανιχνευόταν καν στις δημοσκοπήσεις και παραμείναμε και μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Η ανθρωποφαγία δεν μας ταιριάζει.  Έχουμε άλλωστε απομείνει πολύ λίγοι.

Η πρώτη αλήθεια είναι ότι κάναμε σωρεία λαθών, ότι μόνοι μας βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας, ότι στην πραγματικότητα αναιρέσαμε οι ίδιοι το εγχείρημα που ξεκινήσαμε με την ίδρυση της ΔΗΜΑΡ. Έχουμε πολλές φορές αναφερθεί σ’ αυτά τα λάθη κι εγώ και όλοι οι σύντροφοι και δεν θα ήθελα να τα επαναλάβω. Στην πραγματικότητα πορευθήκαμε 2,5 χρόνια τώρα χωρίς πολιτικό σχέδιο, χωρίς πυξίδα σε ταραγμένα νερά και βγήκαμε στην ξέρα. Πορευθήκαμε με κριτήρια συχνά κομματικά που τα βαφτίσαμε εθνικά. γνώμονα όχι τη διακυβέρνηση της χώρας αλλά την κομματική επιβίωση που την ταυτίσαμε συχνά με το εθνικό συμφέρον. Και όλα αυτά τα κάναμε καλά, υποτίθεται. Δεν έχω ακούσει ακόμα που εμείςφταίξαμε. Τι στην πραγματικότητα κάναμε λάθος. Τι οφείλουμε ν’ αλλάξουμε. Επαναλαμβάνουμε μονότονα όχι μόνον στα κανάλια αλλά και μεταξύ μας ότι κινηθήκαμε με γνώμονα το καλό της χώρας. Δεν νομίζω σύντροφοι ότι το κάναμε πάντα. Μπήκαμε στην κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου, δυο ογκόλιθων του πελατειακού διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή για να σώσουμε –είπαμε- τη χώρα από την έξοδο από την ευρωζώνη. Να θυμίσω στους συντρόφους μου που ακόμα όχι μόνον στα κανάλια αλλά και στις εσωτερικές μας διαδικασίες υποστηρίζουν αυτά τα πράγματα ότι αυτό το συνειδητοποίησαν μέσα σε μια νύχτα. Την αμέσως προηγούμενη ημέρα εκείνης της συνεδρίασης της ΚΕ που πήρε την απόφαση της συμμετοχής μας, η συντριπτική πλειοψηφία της εκτελεστικής επιτροπής υποστήριξε την ψήφο ανοχής.

Για να μην κρατήσω το νήμα των λαθών και περάσει ο χρόνος μου, θ’ αναφερθώ στην τελευταία περίοδο. Όπως γνωρίζετε υποστήριξα την άποψη της αριστερής στροφής της ΔΗΜΑΡ προκειμένου να διαμορφωθεί μια νέα ποιοτικά διαφορετική προοδευτική αυτή τη φορά πλειοψηφία που θα επιλέξει διαφορετική πορεία πλεύσης.  Κι αυτό γιατί ήμουν και παραμένω πεισμένη ότι τα κόμματα που μας κυβέρνησαν μέχρι τώρα δεν μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα στην έξοδο από την κρίση. Η νέα αυτή πλειοψηφία δεν ήταν δυνατόν να μην βλέπει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να εκφράσει την ανάγκη για αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας και έχει σήμερα μαζί του τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που δεν εκφράζονται από την κυβερνητική πολιτική και θέλουν να την αλλάξουν. Οποιαδήποτε προσπάθεια εναλλακτικού κυβερνητικού μπλοκ ήταν συνεπώς υποχρεωμένη να γίνει με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το πολιτικό σχέδιο έδινε ταυτόχρονα στη ΔΗΜΑΡ τη δυνατότητα να αναθερμάνει τη σχέση της με τους πολίτες αποδεικνύοντας την πολιτική της χρησιμότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κόμμα δεν είναι αυτοσκοπός. Τα κόμματα υπάρχουν για να είναι χρήσιμα στην κοινωνία. Η ΔΗΜΑΡ πίστευα ότι θα μπορούσε να μπολιάσει αυτή τη συνεργασία με θέσεις και προτάσεις που έλειπαν από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προσδίδοντας στη συνεργασία αυτή ένα υπεύθυνο προγραμματικό λόγο και στηρίζοντας την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Ήταν εύκολο αυτό το πολιτικό σχέδιο; Καθόλου. Τα μεγέθη ήταν εξαιρετικά δυσανάλογα και τα δυο αυτά κόμματα είχαν τελικά πολλούς λογαριασμούς ανοικτούς. Το λεγόμενο μνημονιακό παρελθόν της ΔΗΜΑΡ αλλά κυρίως ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ΔΗΜΑΡ είχε προέλθει μέσα από τη διάσπαση του ΣΥΝ και έπρεπε να τιμωρηθεί γι’ αυτό. Τα προβλήματα ήταν συνεπώς πάρα πολλά, πολιτικά και ψυχοπολιτικά για να μην προσθέσουμε και το ‘σύνδρομο του σκαντζόχοιρου’ που έχουν συχνά τα κόμματα της αριστεράς όταν επιχειρούν συνεργασίες. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο ήθελε απίστευτα κότσια: συστηματικότητα, σαφήνεια, αντοχή και κυρίως στόχευση.

Το σχέδιο αυτό απέτυχε. Η αριστερά απέδειξε για άλλη μια φορά το σεχταρισμό της, την αδυναμία της να προσπεράσει τα μικρά και να επικεντρωθεί στα μείζονα, την αυταρέσκειά της στην κατοχή της μιας και μοναδικής αλήθειας, την ανικανότητά της να επιχειρεί συγκλίσεις, τελευταία και πολιτική αλαζονεία. Θέλω να είμαι σαφής. Την κύρια ευθύνη γι’ αυτό έχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι παρά τα ποσοστά του δεν έχει ενηλικιωθεί, παραμένει ακόμα το κόμμα του 4,5%, δέσμιο των εσωκομματικών του ισορροπιών και αυτό είναι πολύ κακή παρακαταθήκη για το αύριο της χώρας. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο διαζύγιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την κύρια ευθύνη όχι όμως την αποκλειστική. Για την αποτυχία αυτής της σύγκλισης ευθύνεται κατά τη γνώμη μου και η ΔΗΜΑΡ.  Η ΔΗΜΑΡ δεν ήταν σαφές για ποιο λόγο ήθελε να συνεργαστεί με το ΣΥΡΙΖΑ. Για το καλό της χώρας ή για την επιβίωσή της; Και αν τέλος πάντων και για τα δυο, πράγμα θεμιτό, ποιο ήταν το μείζον; Τι έπρεπε να γίνει για να πετύχει; Ποιες ήταν οι αναγκαίες ενέργειες και ποιος ο σωστός χρόνος για την επίτευξη της συμφωνίας;  Η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ δεν ήταν αποφασισμένη. Καθυστέρησε να αποσαφηνίσει τη στάση της –να θυμίσω τις επιστολές του προέδρου και στο Βενιζέλο και στον Τσίπρα, αμφιταλαντεύθηκε με ποιους να πάει και ποιους ν’ αφήσει, υποτίμησε το μέγεθος του συνομιλητή της, πορεύθηκε κατά μόνας, σε κλειστά γραφεία, με μισές κουβέντες, πήγε με όλη τη φιλία και την αγάπη στους δυο γραμματείς με λάθος ομάδα. Η ομάδα αυτή δεν κατάφερε να οριστικοποιήσει ούτε μια στοιχειώδη προγραμματικού χαρακτήρα διακήρυξη ενώ διαβεβαίωνε το κόμμα ότι όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

Φτάσαμε έτσι στο παρά πέντε. Με την αυτόνομη κάθοδο να μοιάζει σαν κάθοδος στον Άδη, μια κάθοδο που  κουνάει επίσης το δάχτυλο της σε όσους και όσες δεν την πιστεύουν και δεν θέλουν να την περπατήσουν. Είμαι μία από αυτούς. Τίμησα νομίζω το κόμμα μου και τους πολίτες που με ψήφισαν στις εκλογές του 2012 κι εγώ όπως και οι υπόλοιποι βουλευτές που παραμείναμε μέχρι τέλος στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΔΗΜΑΡ. Είναι κοινό μυστικό στους συναδέλφους μας των άλλων κομμάτων στη βουλή η ποιότητα της δουλειάς που έκανε η κοινοβουλευτική ομάδα της ΔΗΜΑΡ. Μόνο το κόμμα μας την υποτίμησε. Με έχετε ίσως ακούσει να λέω χαριτολογώντας ότι το γραφείο τύπου του κόμματος μας βομβάρδιζε με  όχι πάντα βαρυσήμαντες δηλώσεις  και ανακοινώσεις/συνεντεύξεις στελεχών του κόμματος ενώ αγνοούσε συστηματικά τη δουλειά μας στο κοινοβούλιο. Δεν το έκανε ενδεχομένως επίτηδες, ήταν όμως φανερό ότι η κοινοβουλευτική δουλειά ήταν έξω από το κάδρο του. Στο τέλος αναγκαστήκαμε να φτιάξουμε ο καθένας μας χωριστά ένα μικρό γραφείο τύπου για να ενημερώνουμε οι ίδιοι για τις παρεμβάσεις μας στο κοινοβούλιο. Στο προηγούμενο συνέδριο προσπαθήσαμε να προτείνουμε μια εναλλακτική προσωρινή και συναινετική λύση για την ηγεσία του κόμματος. Θεωρήθηκε προδοσία και εισπράξαμε όλοι και όλες την αποδοκιμασία πολλών συνέδρων και από αυτό το βήμα.

Επανέρχομαι στο θέμα της αυτόνομης καθόδου για να απαντήσω και σε ερωτήματα που ενδεχομένως εύλογα δημιουργήθηκαν σε φίλους μου και συντρόφους. Δεν την πιστεύω σύντροφοί μου και δεν μπορώ να την υπηρετήσω από την πρώτη γραμμή. Δεν έχω επίσης εμπιστοσύνη στη διεύθυνση αυτού του αγώνα. Τα πρόσωπα τα εκτιμώ και τα σέβομαι στο ανθρώπινο επίπεδο. Τα αμφισβητώ ωστόσο στο πολιτικό. Είναι και παραμένουν κατά βάση τα ίδια που έχουν τη βασική ευθύνη για τις αμφισημίες και εντέλει τη σταδιακή ρευστοποίηση της ΔΗΜΑΡ. Ο πρόεδρος πρώτα και κύρια, η ηγετική ομάδα κατά δεύτερον. Μην με καλείτε λοιπόν να υπηρετήσω έναν αγώνα που δεν πιστεύω και με στρατηγούς που αμφισβητώ. 

Θέλω επίσης από αυτό το βήμα να πω δυο λόγια σε δυο παλιούς μου συντρόφους από την εποχή του Ρήγα Φεραίου. Το Δημήτρη Χατζησωκράτη και το Μιχάλη Σαμπατακάκη. Τους γνωρίζω 40 χρόνια. Τον πρώτο δεν τον άκουσα αλλά μου μετέφεραν τις έμμεσες αναφορές τους σε μένα. Δεν είχαμε πάντα την ίδια πορεία. Εγώ έπιασα για πολλά χρόνια πάγκο μετά τη διάσπαση του ΚΚΕες και δεν ακολούθησα ούτε στην ΕΑΡ ούτε στο Συνασπισμό κλπ, εκείνοι παρέμειναν πάντα κομματικά ενεργοί. Συναντηθήκαμε  και πάλι στη δημιουργία της ΔΗΜΑΡ. Εγκάλεσε ο Δημήτρης μου είπαν και ζητώ συγνώμη αν δεν μου μεταφέρθηκε σωστά όσους και όσες προπαγάνδιζαν από τα κανάλια τη συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ. Σε ότι με αφορά είπα την άποψη μου δημόσια στο πλαίσιο της συνεδριακής διαδικασίας έχοντας σιωπήσει για αρκετούς μήνες μέχρι να ξεκαθαρίσει στο σημείο αυτό η γραμμή του κόμματος. Επικαλούμαι εδώ τη μαρτυρία του γραμματέα όταν με ρωτούσε γιατί δεν εμφανίζομαι. Δεν μπορώ του έλεγα να υπερασπιστώ μια διφορούμενη πολιτική πρόταση, ούτε να βγαίνω και να κατηγορώ για αμφισημία και αντιφατικότητα το κόμμα του οποίου είμαι βουλευτής. Επανήλθα στις δημόσιες εμφανίσεις όταν με βάση τις αποφάσεις θεώρησα ότι στηρίζω την πολιτική πρόταση της ΔΗΜΑΡ για τη συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο πολιτικό σχέδιο πρότεινα επίσης να υπηρετήσω συμμετέχοντας στην ομάδα που το διαπραγματεύεται ή το συντονίζει. Δεν έγινε δεκτό.

Τη δεύτερη απάντηση περισσότερο πολιτική την οφείλω στον σύντροφο μου Μιχάλη Σαμπατακάκη με τον οποίο συμφωνώ σε πάρα πολλά. Ο Μιχάλης ξεδίπλωσε ένα σχέδιο αποδόμησης της ανανεωτικής αριστεράς μέσω της συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ. Πολλά στα οποία αναφέρθηκε δεν τα γνωρίζω και ενδεχομένως έχει δίκιο για τους χειρισμούς και τις ευθύνες. Θέλω μόνον να του πω ότι η ΔΗΜΑΡ έχει κατά την άποψή μου πάψει δυστυχώς εδώ και πολύ καιρό να είναι η ανανεωτική αριστερά. Εκφράζεται μέσα της ένα τέτοιο κομμάτι, είναι αλήθεια. Αυτό που εκπέμπει ωστόσο εδώ και καιρό δεν είναι το στίγμα της ανανεωτικής αριστεράς. Ούτε στις θέσεις, ούτε στα πρόσωπα, ούτε στις συμπεριφορές και τις στάσεις. Θα θυμίσω μόνον τη στάση μας στο αντιρατσιστικό, στο επίμαχο άρθρο για την ποινικοποίηση της αντίθετης ιστορικής άποψης. Η κοινοβουλευτική μας ομάδα, υποκύπτοντας κατά τη γνώμη μου στις συντεχνίες της μνήμης, σε όσους εκμεταλλεύονται τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος για να έχουν λόγο στο παρόν, ψήφισε μαζί με τους ΑΝΕΛ, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ το άρθρο αυτό παρά τις αντιδράσεις του συνόλου των ιστορικών επιστημόνων της χώρας για κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης. Ευτυχώς δεν το ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Δεν θα αναφερθώ σε άλλα που είναι πολλά και αναιρούν την πολιτική κληρονομιά της ανανεωτικής αριστεράς. Θα το χρησιμοποιήσω σαν παράδειγμα για να πω ότι η ΔΗΜΑΡ έχει χάσει όχι μόνον το πολιτικό αλλά και το ιδεολογικό της στίγμα. Κάποια στελέχη της συναγωνίζονται μάλιστα σε εθνικιστικές και όχι μόνον κορώνες. Έγινε και το κόμμα αυτό ένας  χώρος που χωράει σχεδόν τα πάντα.

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες

Ελπίζω ότι η προεκλογική σύμπραξη με δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας θα  καταλήξει. Αν όχι, θα είναι άλλη μια απόδειξη του δικού μας αυτή τη φορά σεχταρισμού. Φοβάμαι όμως ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα επιβεβαιώσει αυτό που γνωρίζουμε όλοι και όλες και δεν θέλουμε να παραδεχθούμε γιατί μας πονάει. Η ΔΗΜΑΡ δεν μπορεί να είναι εξωκοινοβουλευτικό κόμμα. Φοβάμαι ότι θα καταρρεύσει. Μοναδική της ελπίδα είναι να τα αλλάξει όλα. Να επισκεφθεί τους γενέθλιους τόπους, να αποκτήσει στίγμα και νέα ηγεσία που δεν θα μασάει τα λόγια της. Φτάνουν πια τα στρογγυλέματα, τα ήξεις αφίξεις και ο κενός λόγος. Δεν έχουμε τίποτα πια να χάσουμε. Μόνον να  κερδίσουμε. Σ’ αυτήν την επανεκκίνηση, όταν και αν ξεκινήσει θέλω να δηλώσω παρούσα στην πρώτη γραμμή. Όσο πιο κοντά είναι αυτή η ημέρα τόσο το καλύτερο. Μακάρι και αύριο.